Wednesday, November 28, 2007

Νοσταλγία

Μεσ' από το βάθος των καλών καιρών
οι αγάπες μας πικρά μάς χαιρετάνε.



Δεν αγαπάς και δε θυμάσαι, λες.
κι αν φούσκωσαν τα στήθη κι αν δακρύζεις
που δεν μπορείς να κλάψεις όπως πρώτα,
δεν αγαπάς και δεν θυμάσαι, ας κλαις.
Ξάφνου θα ιδείς δυο μάτια γαλανά
- πόσος καιρός! - τα χάιδεψες μια νύχτα·
και σα ν' ακούς εντός σου να σαλεύει
μια συφορά παλιά και να ξυπνά.
Θα στήσουνε μακάβριο το χορό
οι θύμησες στα περασμένα γύρω·
και θ' ανθίσει στο βλέφαρο σαν τότε
και θα πέσει το δάκρυ σου πικρό.
Τα μάτια που κρεμούν - ήλιοι χλωμοί -
το φως στο χιόνι της καρδιά και λιώνει,
οι αγάπες που σαλεύουν πεθαμένες
οι πρώτοι ξανά που άναψαν καημοί...


-Κώστας Καρυωτάκης-

Monday, October 8, 2007

Στο δρόμο της επιστροφής

δεν με κανάκεψες πατέρα
απαίτησες τη σάρκα μου
αχόρταγος νεκρός
για να με φτύσεις σ' ένα θέατρο συνείδησης
φρικτή οσμή από λευκά οστά
που αντιστέκονται
η ύπαρξή μου αντιστέκεται
πες: γεννηθήτω σκότος
πες!
θα κλάψω
όχι, όχι πιστεύοντας
τα δάκρυα της Ίσιδας θα κλάψω
για τα θυσιασμένα όνειρα
κι αύριο
της φωτεινής νύχτας το δυσνόητο τραγούδι θα ξεχάσω
θα σε ξεχάσω
θα γίνω ένα


-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Monday, October 1, 2007

Το τραγούδι του εαυτού μου - 32

Όλες οι αλήθειες περιμένουν μέσα σε όλα τα πράγματα,
Ούτε επισπεύδουν την απελευθέρωσή τους ούτε αντιστέκονται,
Δεν χρειάζονται τις μαιευτικές λαβίδες του χειρουργού,
Το ασήμαντο είναι τόσο μεγάλο για μένα όσο το οτιδήποτε,
(Τι είναι λιγότερο ή περισσότερο από το άγγιγμα;)

Λογική και νουθεσίες ποτέ δεν πείθουν,
Η δροσιά της νύχτας τρυπώνει πιο βαθιά μέσα στην ψυχή μου.

(Μόνο ό,τι αποκαλύπτεται σε κάθε άντρα και γυναίκα είναι έτσι,
Μόνο ό,τι κανείς δεν μπορεί να αρνηθεί είναι έτσι.)

Μια στιγμή και μια ρανίδα από μένα ηρεμούν το νου μου,
Πιστεύω πως οι μουσκεμένοι σβόλοι θα γίνουν εραστές και λύχνοι,
Και σύνοψη των συνόψεων είναι η σάρκα άντρα ή γυναίκας,
Και κορφή και ανθός είναι αυτό που νιώθει ο ένας για τον άλλο,
Και πρέπει απεριόριστα να εκτείνονται με αυτό το δίδαγμα ώσπου να γίνει γενεσιουργός των πάντων,
Και ώσπου όλα να μας γοητεύουν, και εμείς αυτά.


-Ουόλτ Ουίτμαν-
(μτφρ. Ζ. Νικολοπούλου)

Thursday, September 6, 2007

Εαρινή συμφωνία - Χ

Αγάπη, αγάπη,
δε μού 'χες φέρει εμένα
μήτ' ένα ψίχουλο φωτός για να δειπνήσω.

Νήστης γυμνός και αδάκρυτος
περιφερόμουν στα όρη
και τ' ανένδοτα μάτια μου στύλωνα
στους ουρανούς
γυρεύοντας την αμοιβή μου
απ' τη σιωπή και το τραγούδι.

Τα τρυφερά λυκόφωτα
οι πράες καμπύλες των βουνών
και τα λαμπρά βράδια του θέρους
με ρωτούσανε που είσαι, ω αγάπη.

Μα εγώ δεν είχα τι ν' αποκριθώ
κι έφευγα σιωπηλός
ρίχνοντας χάμω τη μορφή μου
για να καλύψω την ταπείνωσή μου.

Οι ωχρές αυγές
ακουμπούσαν στο περβάζι μου
το διάφανο πηγούνι τους
κάρφωναν στο πλατύ μου μέτωπο
τα μεγάλα γαλάζια τους μάτια
και με κοιτούσαν με πικρία
ζητώντας ν' απολογηθώ.

Τι ν' απαντήσω, αγάπη;
Και δρασκελούσα το κατώφλι
τίναζα τα κατάμαυρα μαλλιά μου μες στο φως
και τραγουδούσα πλατιά στους ανέμους
το τραγούδι του "αδέσμευτου".

Πεισμωμένος χλωμός κι ακατάδεχτος
κοιτούσα τον κόσμο και κραύγαζα:
"Δεν έχω τίποτα
δικά μου είναι τα πάντα".

Κι όμως μια παιδική φωνή
επίμονα έκλαιγε βαθιά μου
γιατί δεν είχες έλθει, αγάπη.

Τις νύχτες του έαρος
που η γύρη των άστρων
και των λουλουδιών
αγρυπνούσε στο δέρμα μου
μια λυπημένη ανταύγεια
σερνόταν στην απέραντη ψυχή μου
γιατί αργούσες νά 'ρθεις, αγάπη.

Γι' αυτό κι οι πιο λαμπροί μου στίχοι
είχαν κρυμμένο στην καρδιά τους
ενός λυγμού το τρεμοσάλεμα
γιατί έλειπες απ' την καρδιά μου, αγάπη.

Όταν περιπλανιόμουν
στην ερημία του φθινοπώρου
στα γυμνά δάση
ζητώντας με σφιγμένα δάχτυλα
τον ήλιο που έφευγε χλωμός
πάνω απ' τις παγωμένες λίμνες
εσένα ζητούσα, ω αγάπη.

Κι όταν ακόμη επέστρεφα
την όψη μου απ' τη γη
και τρυπούσα με πύρινα βλέμματα
τα τείχη της νύχτας
ήταν γιατί δεν ήθελα να κλάψω
που δε με συλλογίστηκες, αγάπη.

Ζητώντας το θεό
ζητούσα εσένα.

Εσένα περιμένοντας
γέμισα τους κήπους μου
με λευκούς κρίνους
για να βυθίζεις τις κνήμες σου
αυτά τα βράδια τ' αργυρά
που η σελήνη ραντίζει με δρόσο
τη φιλντισένια υψωμένη μορφή σου.

Για σένα, αγάπη, ετοίμασα τα πάντα
κι αν έμαθα να τραγουδώ τόσο γλυκά
ήταν γιατί στην ίδια τη φωνή μου
ζητούσα νά 'βρω τα ίχνη των βημάτων σου
ζητούσα να φιλήσω
μονάχα και τη σκόνη του ίσκιου σου
ω αγάπη.



-Γιάννης Ρίτσος-

Wednesday, July 11, 2007

Ερωτικό γράμμα

Δεν είναι εύκολο να εκφράσω την αλλαγή που επέφερες.
Αν είμαι τώρα ζωντανή, ήμουν νεκρή τότε,
Αν και, όπως μια πέτρα, αυτό δε μ' ενοχλούσε,
Να μένω στη θέση μου ακολουθώντας τη συνήθεια.
Δεν είναι ότι μ' έσπρωξες απλά μια ίντσα, όχι·
Ούτε ότι μ' άφησες να στυλώσω το μικρό γυμνό μάτι μου
Στον ουρανό ξανά, χωρίς ελπίδα, φυσικά,
Κατανόησης της κυανότητας ή των αστεριών.

Δεν ήταν αυτό. Ας πούμε πως κοιμήθηκα: ένα φίδι
Κρυμμένο ανάμεσα σε μαύρους βράχους σαν μαύρος βράχος
Στο λευκό υατό του χειμώνα·
Όπως οι γείτονές μου, δεν μπορώ να χαρώ
Με τα εκατομμύρια τέλεια σμιλευμένα
Μάγουλα που ανάβουν κάθε στιγμή για να λιώσουν
Το μάγουλό μου από βασάλτη. Τους πήραν τα κλάματα,
Άγγελοι θρηνούντες πάνω από φύσεις βουβές,
Αλλά δε με έπεισαν. Εκείνα τα δάκρυα πάγωσαν.
Κάθε νεκρό κεφάλι είχε ένα προσωπείο πάγου.

Και συνέχισα να κοιμάμαι σαν λυγισμένο δάχτυλο.
Το πρώτο πράγμα που είδα ήταν καθαρός αέρας
Και οι εγκλωβισμένες σταγόνες που ανέβαιναν ως πάχνη,
Διαφανείς σαν πνεύματα. Πολλές πέτρες κείτονταν
Πυκνές και ανέκφραστες ένα γύρο.
Δεν ήξερα τι να υποθέσω.
Έλαμπα, με γυάλινα λέπια, και ξεδιπλώθηκα
Να εκρεύσω απ' τον εαυτό μου, σαν υγρό
Ανάμεσα από πόδια πτηνών και φυτών μίσχους.
Δεν ξεγελάστηκα. Σε γνώρισα αμέσως.

Δέντρο και πέτρα έλαμπαν, δίχως σκιές.
Το ανάστημά μου έγινε διαυγές σαν γυαλί.
Άρχισα να μπουμπουκιάζω σαν μαρτιάτικο κλαδί:
Ένα μπράτσο κι ένα πόδι, ένα μπράτσο, ένα πόδι.
Από πέτρα και σύννεφο, έτσι ανυψώθηκα.
Τώρα μοιάζω με ένα είδος θεότητας
Πλέοντας στον αέρα μες στο χιτώνα της ψυχής μου
Καθαρή σαν ένα θραύσμα πάγου. Είναι ένα δώρο.



-Sylvia Plath-
(μτφρ. Κ.&Ε. Ηλιοπούλου)

Thursday, July 5, 2007

Ερωτικό κάλεσμα

Έλα κοντά μου, δεν είμαι η φωτιά.
Τις φωτιές τις σβήνουν τα ποτάμια.
Τις πνίγουν οι νεροποντές.
Τις κυνηγούν οι βοριάδες.
Δεν είμαι, δεν είμαι η φωτιά.

Έλα κοντά μου δεν είμαι άνεμος.
Τους άνεμους τους κόβουν τα βουνά.
Τους βουβαίνουν τα λιοπύρια.
Τους σαρώνουν οι κατακλυσμοί.
Δεν είμαι, δεν είμαι ο άνεμος.

Εγώ δεν είμαι παρά ένας στρατολάτης
ένας αποσταμένος περπατητής
που ακούμπησε στη ρίζα μιας ελιάς
ν' ακούσει το τραγούδι των γρύλων.
Κι αν θέλεις, έλα να τ' ακούσουμε μαζί.



-Μενέλαος Λουντέμης-

Friday, June 29, 2007

ΑΛΛΗΓΟΡΙΑ

"Το ποίημα περνά απ' την ασυναρτησία του ποιητή
στην ασυναρτησία της γλώσσας και αντίστροφα"
Wallace Stevens


Γονατιστή κάτω απ' τη φούστα του δερβίση
ρουφώ το αίμα του.
Το γαλάζιο άνθος της έκστασης
χύνει το άρωμά του στις κόγχες μου.
Το φεγγάρι ανεβαίνει με τη ζέστη.
Η αλήθεια κρύβεται σ' αυτή τη σφαίρα
που αιωρείται πάνω απ' το κεφάλι μου.

Δεν βρίσκω λέξεις να ξεπλύνω τους μύθους.


-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Sunday, June 24, 2007

Esthetique du mal - ΙΧ

Πανικός στην όψη του φεγγαριού - στρογγυλού αφέντη
Ή ύπνος φωσφορικός όπου υπνοβατεί
Ή πιάτο Φαγεντίας στοιβαγμένο με φρούτα φωσφορικά
Που διανέμει φιλόφρονα στο δρόμο του, σε όλους
Τους περαστικούς. Πανικός, γιατί
Το φεγγάρι δεν είναι πια τίποτα απ' αυτά,
Τίποτε άλλο εκτός από μια γελοιογραφία ή ένα
Φωτόλουστο μηδέν. Αφέντη, όποιος χάνει
Την τρέλα του φεγγαριού γίνεται
Ο πρίγκιπας των παροιμιών της απόλυτης φτώχειας.
Να χάσεις την ευαισθησία σου, να βλέπεις ό,τι ο καθένας βλέπει,
Λες και η όραση δεν κατέχει τη δική της θαυματουργή λιτότητα
Ν' ακούς αυτό που όλοι ακούν, μια έννοια μονάχα,
Λες κι ο παράδεισος των εννοιών έχει στερέψει,
Αυτό θα πει να είσαι φτωχός.

Αυτός είναι ο ουρανός στερημένος απ' τις πηγές του.
Εδώ στη δύση αδιάφοροι γρύλοι τραγουδούν
Στις αδιάφορες κρίσεις μας. Έχουμε ανάγκη όμως
Από ένα άλλο τραγούδι, ένα άσμα, όπως σε μια άλλη
Και πιο σύγχρονη γένεση, μια μουσική
Που θα χτυπάει τις χορδές της πιθανής γαλήνης της
Πάνω στην αγριότητα... Μεγάλα, βοερά νερά
Κυλούν τη νύχτα και πνίγουν τη φωνή των γρύλων.
Είναι μια διακήρυξη, μια πρωτόγονη έκσταση
Τα δώρα της αλήθειας μελωδικά εκφρασμένα.



-Wallace Stevens-
(μτφρ. Γ. Σπέντζος)

Thursday, June 21, 2007

Θερινό Ηλιοστάσι, Η΄

T' άσπρο χαρτί σκληρός καθρέφτης
επιστρέφει μόνο εκείνο που ήσουν.

T' άσπρο χαρτί μιλά με τη φωνή σου,
τη δική σου φωνή
όχι εκείνη που σ' αρέσει·
μουσική σου είναι η ζωή
αυτή που σπατάλησες.
Mπορεί να την ξανακερδίσεις αν το θέλεις
αν καρφωθείς σε τούτο τ' αδιάφορο πράγμα
που σε ρίχνει πίσω
εκεί που ξεκίνησες.

Tαξίδεψες, είδες πολλά φεγγάρια πολλούς ήλιους
άγγιξες νεκρούς και ζωντανούς
ένιωσες τον πόνο του παλικαριού
και το βογκητό της γυναίκας
την πίκρα του άγουρου παιδιού -
ό,τι ένιωσες σωριάζεται ανυπόστατο
αν δεν εμπιστευτείς τούτο το κενό.
Ίσως να βρεις εκεί ό,τι νόμισες χαμένο·
τη βλάστηση της νιότης, το δίκαιο καταποντισμό της ηλικίας.

Zωή σου είναι ό,τι έδωσες
τούτο το κενό είναι ό,τι έδωσες
το άσπρο χαρτί.


-Γιώργος Σεφέρης-

Thursday, June 14, 2007

Αργούν οι νύχτες

Αργούν οι νύχτες· και ποιος ποιητής να βρεθεί τώρα πια να ρυμουλκήσει λεπτοδείκτες; αν τους ανακαλύψει βέβαια πρώτα. Τους έκλεψαν μια νύχτα με πανσέληνο κάποιοι περιπλανώμενοι ιππότες από κάποιο ξεχασμένο παραμύθι. Μες την αοριστία τους παράτησαν τα όπλα δίπλα στον σκοτωμένο δράκο κι έμειναν έτσι άοπλοι ν’ αντιμετωπίσουν τη στρατιά των χαμένων ονομάτων.
Οι δείκτες τελικά αποδείχτηκαν ικανότατοι ηθοποιοί, αν και οι λόγχες μετά από κάθε χτύπημα μεταμορφώνονταν σε χέρια μακριά και χοντρά, σαν κλαδιά γέρικου δέντρου που ο χρόνος τού έμαθε να φτιάχνει κύκλους και ν’ αγκαλιάζει τα ματωμένα πέταλα απ’ τα τρυπημένα τριαντάφυλλα.
Αυτά όμως συνέβαιναν σε μιαν άλλη ζωή, τότε που τ’ αστέρια χαμήλωναν για να ρίξουν φως σε πλανεμένες σκιές και να παρηγορήσουν λυπημένους πρίγκιπες, τότε που στα λιβάδια του Μορφέα περιδιάβαιναν γαλάζια καράβια με τ’ αμπάρια γεμάτα μυστικές συνομιλίες φτερωτών συμβόλων του απείρου – αγγέλων ή δαιμόνων; αδιάφορο.
Τώρα το πηγάδι των ονείρων στέρεψε κι έτσι οι νυχτερίδες έπαψαν το τραγούδι τους κι έτρεξαν να κρυφτούν στις απύθμενες ρωγμές που άνοιξε η βροχή πέρσι το καλοκαίρι. Μόνο η φωτιά που δεν αλλάζει μένει να θυμάται τις στάχτες που άφησαν στο διάβα τους, αλλά πώς να πολεμήσει τους λωτούς, τόσο λευκούς και τόσο διάφανους, και ο Δυσσέας δεν γύρισε ακόμα για να πει το μυστικό.
Και η πληγή πάντα θ’ ανοίγει όταν θα χαμηλώνουν τ’ άστρα...


-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Thursday, June 7, 2007

Introduction to the Songs of Experience

Hear the voice of the Bard!
Who Present, Past, and Future, sees;
Whose ears have heard
The Holy Word
That walk'd among the ancient trees,

Calling the lapsed Soul,
And weeping in the evening dew;
That might control
The starry pole,
And fallen, fallen light renew!

"O Earth, O Earth, return!
Arise from out the dewy grass;
Night is worn,
And the morn
Rises from the slumberous mass.

Turn away no more;
Why wilt thou turn away?
The starry floor,
The wat'ry shore,
Is giv'n thee till the break of day.



-William Blake-

Tuesday, June 5, 2007

Σελήνη

Aπό ένα θαύμα
Aπό ένα πρόσωπο πρωίας
Παίρνεται ο θυμός μου


Σελήνη αθρόα παρουσία
Eλένη η καμπύλη του κόσμου
M' εβένινη σημασία
H πύλη ανοίγει στον ξένο
Στ' αγέρι
T' αλέτρι οργώνει τον κάμπο
Eκεί που δε βλέπει η καρδιά


Bελάζουν τ' αστέρια στην κρύπτη


-Γιώργος Σαραντάρης-

Monday, May 28, 2007

Ο Άγγελος

Όνειρο είδα· τι να σημαίνει;
Βασιλοπούλα ήμουν παρθένα,
Άγγελο είχα μόνο για μένα
κι όμως συνέχεια ήμουν κλαμένη.

Κι έκλαιγα, έκλαιγα όλη τη μέρα,
κι αυτός μου σκούπιζε τα δάκρυά μου.
Κι έκλαιγα, έκλαιγα όλη τη μέρα,
και του το έκρυβα, μα ήταν χαρά μου.

Έτσι, μια νύχτα, φεύγει, μ' αφήνει!
Η αυγή ροδίζει κι εγώ σκουπίζω
τα δάκρυά μου. Το φόβο οπλίζω
σαν τους στρατιώτες σκληρός να γίνει!

Κάποτε, γύρισε ο Άγγελός μου,
μα δε με πρόλαβε· είχα σκληρύνει.
Είχε περάσει πια ο καιρός μου
και τα μαλλιά μου λευκά είχαν γίνει.


-William Blake-
(μτφρ. Γ. Μπλάνας)

Monday, May 21, 2007

Βόλτα στην αγορά

Βρίσκω και βρίσκω κρυστάλλινα μπουκαλάκια
ξεθυμασμένα αρώματα χωρίς ίχνος μνήμης.
Σαν καινούρια τα παλιά χαλιά
ζωηρά χρώματα εκεί που πάτησαν πόσα ζευγάρια πόδια!
Και μια φρουτιέρα πλαστική
που κάνει αστείο ήχο όταν χτυπώ τα δάχτυλά μου με ρυθμό.
Ανάβω τον αναπτήρα και βάζω φωτιά στο πλαστικό.
Λιώνει η φρουτιέρα, δεν είναι πια, λιώνει και βρωμάει,
είναι καπνός, είναι λιωμένο πλαστικό, είναι λεκέδες στο δρόμο πράσινοι.
Φωτιά στον πάγκο των τάπερ!

Αδιαφορώ και πάω παραπέρα,
στα σεντόνια τα χρωματιστά
μυρίζουνε χώμα
ανθρώπινα σεντόνια
με σώματα και σκιές
έχουν μαλλιά και δέρμα
- Πόσο έχουν αυτά;

Καμία απάντηση.

- Θέλω να αγοράσω αυτά τα σεντόνια.

Η αγορα σταματά. Όλοι κοκκαλώνουν ξαφνικά.

- Συγγνώμη... ήθελα... Πόσο έχουν αυτά τα σεντόνια;

Ένα πουλί πετάει πάνω από τους πάγκους
και αφήνει μια κουτσουλιά στα σεντόνια που κρατώ.

- Ωχ συγγνώμη... Θα τα αγοράσω, δεν πειράζει. Πείτε μου πόσο έχουν;

-Πείτε μου!

Αφήνω κάτω τα σεντόνια και τα τσαλαπατώ.
Χοροπηδώ.

-Θέλω να τα αγοράσω!

Φωνάζω φωνάζω φωνάζω.
Εξαντλημένη πέφτω και κλαίω μέσα στα σεντόνια.

-Σας παρακαλώ... Θέλω να τα αγοράσω...

Πνίγομαι απ' τους λυγμούς.

- Θέλω να τα αγοράσω...!

Ένα σκυλί μου γλύφει το χέρι.
Σηκώνω τα μάτια μου και βλέπω ένα αγορι χαμογελαστό.

-Θα ρθεις; Έβγαλα το σκύλο βόλτα.

- Θέλω να αγοράσω αυτά τα σεντόνια.

Το αγόρι κοιτάζει τα σεντόνια και γελάει.

- Έλα, πάμε. Δικά σου είναι.




-Σωτηρία Ευθυμίου-

Friday, May 18, 2007

18 Μαΐου

Απαραίτητη προϋπόθεση για να πεθάνει ένας κακός κι ένας καλός
είναι να ακούσουν την κραυγή ενός σκύλου την ίδια στιγμή.
Αλλά ποιός θα πεθάνει πρώτος;
Κοιτάζοντας και οι δυο τις παλάμες τους θ' αναρωτιούνται...
Έπιασα ποτέ; Έδωσα; Πήρα;
Γραμμές άτακτες, η μια εδώ κι η άλλη εκεί, συναντιούνται,
βαθιές χαρακιές, όμορφοι χάρτες που λίγοι τους διαβάζουνε.
Αγάπη και έρωτας και ψεύδη της ζωής. Δε σας ξέρω. Δε μ' έχετε πονέσει.
Και φοβάμαι να πέσω στα συρματοπλέγματά σας.
Κανόνια περιμένουνε στις πέργολες των σπιτιών.
Μαγγάλια αναμμένα πυρρακτώνουν τα σίδερα του μαρτυρίου σας.
Ξοδεύοντας...
Και δεν θα με φτάσετε ποτέ.
Προχώρα εσύ. Μην με περιμένεις.
Χάνω αίμα χάνω χρόνο χάνω.
Και φοβάμαι να σ'έχω εδώ, τρέμω να σ'ακούω να καταπίνεις με δυσκολία το σάλιο σου.
Συμφωνώ μ'αυτό το προσωπο που φορά τη μάσκα του όταν του κλείνω τα μάτια.
Ποτέ δεν συζητήσαμε για κάτι.
Μασάει μαϊντανό κι η ανάσα του μοσχοβολά.
Έρχεται από ένα πηγάδι και φέρνει μουχλιασμένο νερό.
"Έλα, μου λέει, να δεις τι θάψανε εκεί μέσα".
"Τι;" ρωτάω με μάτια γουρλωμένα από περιέργεια.
"Έλα, ένα χέρι φαίνεται, γυναικείο.
Κουνάει τα δάχτυλα κι έχει νύχια μακριά και γυριστά.
Κάποτε το νερό κοχλάζει και όταν βουτάω να δω βρίσκω ένα λευκό λουλούδι".

"Εκεί να το αφήσεις!"


-Σωτηρία Ευθυμίου-

Tuesday, May 15, 2007

Δαιμονολόγιο

Δαίμονες και δαιμόνισσες
δαιμονίζονται στην ακτή
χαριετίζονται μεταξύ τους
ετοιμάζουν τα νέα δαιμονάκια
που θα βασιλέψουν
σ' αυτή τη γη
που είναι πια δική τους.

Μακριά στον ορίζοντα
σε μία κόκκινη θάλασσα
μέσα σε ψεύτικους καπνούς
βυθίζεται ένα καράβι.


-Μίλτος Σαχτούρης-

Wednesday, May 9, 2007

Ποίος εκείνος;

Μα δεν υπάρχει πια κανείς καρδιά να υψώσει
το πλήθος ανευλόγητο στέκεται ορθό
σε ποιον να γονατίσει;
Κι ο νέος εκείνος που ’λεγαν
πως κάθε χρόνους εκατό τις ίδιες λέξεις λέει
εσώπασε, εμίσεψε...

Μήδ’ έτοιμος από καιρό μήδε και θαρραλέος...

Η ανθοφορία της γενιάς μου τελείωσε δίχως ν’ αφήσει καρπό.
Οι φίλοι μου μοιάζουν πυγολαμπίδες
αυτόφωτες μοναχικές ενέργειες δίχως ονόματα ή μνήμη.
Περιφέρουμε τις σιωπές μας σ’ έναν πολύβουο κόσμο
ποτάμια που έχασαν τη θάλασσα…

Κι εσύ, σε είδα
στη γέφυρα πλησίασες, στάθηκες, ανεμοθώρησες
μ’ απ’ την αντίπερα την όχθη την αλλιώτικη
τα σιγουρνά της τύχης σου προτίμησες ν’ αδράξεις...

Κι εγώ, με βλέπω
στην κάμαρη ξωμένω να προσμένω
στιγμές σταλμένες από χέρια αγαπημένα
λευκές, υγρές, σαβανωμένες...

Εμείς δεν έχει...
Κανείς δεν έχει...

Πώς να παλέψεις τα φαντάσματα των μεγάλων ποιητών;

Κι αν αντικρίσεις το θεό πού θα ’βρεις γιατρειά;



-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Thursday, May 3, 2007

Η ΠΟΙΗΣΗ ΕΙΝΑΙ ΓΙΑ ΔΥΟ

"Θα ξανάρθουμε;" ρώτησα. Ο άλλος κάτι είπε, αλλά δεν έφτασε ως εμένα - όμως ένιωσα μέσα μου κάτι αλλόκοτο και γλυκό. Φυσούσε λίγο. Βράδυ.
Κι ίσως ολόκληρη η ποίηση να είναι αυτή η απάντηση που δεν ακούστηκε και τη συμπλήρωνε ο στεναγμός του αγέρα κι η απαλή ερημιά του φεγγαριού.

-Τάσος Λειβαδίτης-

Tuesday, April 17, 2007

[Τόσο πολλοί αστερισμοί]

Τόσο πολλοί αστερισμοί, που
κάποιος μάς προτείνει. Ήμουν,
όταν σε κοίταξα - πότε; -,
έξω
στους άλλους κόσμους.

Ω εκείνοι οι δρόμοι, γαλαξιακοί,
ω εκείνη η ώρα, που
πρόσθεσε τις νύχτες στο βάρος των ονομάτων μας
και τις ζύγισε μαζί. Δεν είναι,
το ξέρω, δεν είναι αλήθεια
ότι ζήσαμε, πέρασε μόνο
μια ανάσα τυφλή ανάμεσα σε
εκεί κι όχι-εδώ και κάποτε,
σαν κομήτης σφυρίζοντας πέρασε ένα μάτι
προς κάτι σβησμένο, μες στα φαράγγια,
εκεί που η φωτιά ξεψύχαγε, στεκόταν
λαμπρός μαστοφόρος ο Χρόνος,
κι από μέσα του βλάσταινε κιόλας
προς τα πάνω και κάτω και πέρα, ό,τι
είναι ή ήταν ή θα είναι -,
εγώ ξέρω,
ξέρω και ξέρεις, εμείς ξέραμε,
εμείς δεν ξέραμε, αφού
ήμασταν εδώ και όχι εκεί,
και κάποτε, όταν
μόνο το τίποτα στεκόταν ανάμεσα, βρίσκαμε
εντελώς ο ένας τον άλλο.


-Πολ Τσέλαν-
(μτφρ. Χρ. Λάζος)

Sunday, April 15, 2007

Καθήκον

Ο Άγγελός μου έχει τη διακριτικότητα
την ώρα της μεγαλύτερης θλίψης να σωπαίνει.

Όταν το βλέμμα εντοπίζει στην πίσσα βυθισμένο
τα απαστράπτοντα φτερά του απομακρύνει·

τι νόημα θα είχε να βαλτώσουν και αυτά
ή έστω να λερωθούν; - κανένα.

Όταν από τις λάσπες ξεκολλήσω και πάω
να λουστώ, να πλυθώ, να καθαρίσω,

όταν μοσχομυρίσω, τότε τις αγγελικές φτερούγες του
γύρω μου τυλίγει και δεν τις ξανανοίγει

αν δεν σιγουρευτεί οι πληγές πως έχουν όλες κλείσει
και οι ουλές πως έχουν σβήσει.

-Ανδρονίκη Μαστοράκη-

Wednesday, April 4, 2007

PIETA

Τώρα η δυστυχία μου πληρούται
κι ανέκφραστη με κατακλύζει.
Κοκαλώνω όπως η πέτρα
μες στην καρδιά της κοκαλώνει.
Κι έτσι σκληρή, γνωρίζω μόνο ένα:
μεγάλωσες -
...... και μεγαλώνεις
για να γίνεις μεγαλύτερος ακόμη πόνος,
απ' αυτόν που μπορεί η καρδιά μας ν' αντέξει.
Κείτεσαι τώρα πάνω στην κοιλιά μου·
και πλέον δεν μπορώ
να σε γεννήσω.

-Ράινερ Μαρία Ρίλκε-
(μτφρ. Μ. Παπαντωνόπουλος)

Monday, March 26, 2007

Φωνές

Ιδανικές φωνές κι αγαπημένες
εκείνων που πέθαναν, ή εκείνων που είναι
για μας χαμένοι σαν τους πεθαμένους.

Κάποτε μες στα όνειρά μας ομιλούνε·
κάποτε μες στην σκέψι τες ακούει το μυαλό.

Και με τον ήχο των για μια στιγμή επιστρέφουν
ήχοι από την πρώτη ποίηση της ζωής μας -
σα μουσική, την νύχτα, μακρυνή, που σβύνει.


-Κ.Π. Καβάφης-

Saturday, March 24, 2007

Χωρίς να σε βλέπω

Χωρίς να σε βλέπω χωρίς να σου μιλάω
χωρίς ν’ αγγίζω ούτε μια σκιά απ’ το βήμα σου
χωρίς - πόσο γυμνός ακόμα θα ‘ θελες να μείνω;
Μη με πιστεύεις, σε τίποτα μη με πιστέψεις.
Κι όταν εντάσσω τις στιγμές στα σίγουρα σχήματά μου
όταν ανασκευάζω το χαμόγελό σου
όταν αποκαλώ την ομορφιά φθαρτό περίβλημα
μη με πιστεύεις - κι όμως σου λέω την αλήθεια.
Δεν την αντέχω αυτή τη μάταια ελπίδα
να επιζώ σε μια τυχαία σου σκέψη
μα κάθε βράδυ τη ζεσταίνω απ’ την αρχή.


-Τίτος Πατρίκιος-

Saturday, March 17, 2007

[Μια Αναμονή ήταν στην πεδιάδα]

Μια Αναμονή ήταν στην πεδιάδα
για κάποιον ξένο, που ποτέ δεν ήρθε·
μια φορά ακόμη ρωτά ο έντρομος κήπος,
κ' ύστερα σβήνει αγάλια το χαμόγελό του.

Και, το βράδυ, μέσα στις νωθρές λάσπες
γίνεται πιο φτωχή η δεντροστοιχία,
στα κλαδιά τους τα μήλα αγωνιούνε
κ' η κάθε πνοή τα κάνει να πονούν.

-Ράινερ Μαρία Ρίλκε-
(μτφρ. Ά. Δικταίος)

Monday, March 12, 2007

Σ’ έναν γάτο

Είσαι πολύ πιο σιωπηλός απ’ τους καθρέφτες
και πιο κρυφός από την πολυκύμαντη αυγή·
είσαι κείνος ο πάνθηρας που μόνο από μακριά,
κάτω απ’ το φεγγαρόφωτο, μας επιτρέπει να κοιτάζουμε τη μοίρα.
Μάταια σε ψάχνουμε μες στους ανεξιχνίαστους
μηχανισμούς κάποιου θεϊκού νόμου·
πιο απόμακρος κι από το δειλινό ή απ’ τον Γάγγη
εσύ κρατάς το μυστικό κλειδί της μοναξιάς.
Η ράχη σου αφήνεται στο ανάλαφρο
του χεριού μου το χάδι. Αιώνες τώρα
που πια έχουν γίνει λησμονιά, αφήνεις μόνο
στο χέρι το δισταχτικό να σ’ αγαπά.
Ζεις σε αλλιώτικους καιρούς. Εξουσιάζεις
έναν κόσμο κατάκλειστο, όπως του ονείρου.

-Χόρχε Λουίς Μπόρχες-
(μτφρ. Δ. Καλοκύρης)

Thursday, March 1, 2007

Επτά σιωπές κι ένα τραγούδι

Ο Χρόνος κι η Σκιά παντρεύονται στο κάστρο
των λυγμών. Να, άγγελοι ξεπροβάλλουν
από καταπακτές με τις φτερούγες σκονισμένες
και τα γυάλινα μάτια να στάζουν μαύρη δροσιά.

Πίσω απ' τον λόφο η παγωμένη λίμνη.
Τα δέντρα γερμένα όλα προς
την ίδια κατεύθυνση· υπάκουα
στον σκληρό άνεμο του πεπρωμένου.

Η πομπή των επίτιμων καλεσμένων αχνοφαίνεται ήδη:
Πρώτοι οι ίσκιοι των νεκρών, περιχαρείς
για τον πρόσκαιρο αποχωρισμό της μορφής
που σαπίζει στα υγρά υπόγεια, μάταια

ψηλαφίζουν του χρυσόκηπου τα τείχη.
Μετά οι φόβοι των τρελών, τρυφεροί
συνεσταλμένοι εραστές, τρέχουν
να κρυφτούν στ' άλικα μελανοδοχεία

καρτερώντας το αιχμηρό άγγιγμα της αγαπημένης
φτέρης των ποιητών. Αυτοί ζυγώνουν
διστακτικά, χλευαστικά βαίνοντες
αιθέρες, προσκυνητές και μετρονόμοι.

Τελευταία άφιξη του μαύρου γάτου με το αδέξιο βάδισμα
(μυστική παρακαταθήκη σιωπηλής παραφωνίας)
και τη λευκή βούλα στο στήθος,
απατηλή υπόσχεση για την ημέρα μία.

Εμπρός, λοιπόν, γλεντήστε! Μόνο θυμηθείτε
και την παιδούλα στο τραγούδι σας: το λυγερό της
κατρακύλισμα στα σιδερένια σκαλοπάτια
της παραφροσύνης.


-Ανδρονίκη Mαστοράκη-


Saturday, February 24, 2007

Ερωτικός λόγος - Ε΄

Που πήγε η μέρα η δίκοπη που είχε τα πάντα αλλάξει;
Δε θα βρεθεί ένας ποταμός να ’ναι για μας πλωτός;
Δε θα βρεθεί ένας ουρανός τη δρόσο να σταλάξει
για την ψυχή που νάρκωσε κι ανάθρεψε ο λωτός;

Στην πέτρα της υπομονής προσμένουμε το θάμα
που ανοίγει τα επουράνϊα κι είν’ όλα βολετά
προσμένουμε τον άγγελο σαν το πανάρχαιο δράμα
την ώρα που του δειλινού χάνουνται τ’ ανοιχτά

τριαντάφυλλα... Ρόδο άλικο του ανέμου και της μοίρας,
μόνο στη μνήμη απόμεινες, ένας βαρύς ρυθμός
ρόδο της νύχτας πέρασες, τρικύμισμα πορφύρας
τρικύμισμα της θάλασσας... Ο κόσμος είναι απλός.

-Γιώργος Σεφέρης-

Tuesday, February 20, 2007

Ερωτικός λόγος - Δ΄

Δυο φίδια ωραία κι αλαργινά, του χωρισμού πλοκάμια
σέρνουνται και γυρεύουνται στη νύχτα των δεντρών,
για μιαν αγάπη μυστική σ’ ανεύρετα θολάμια
ακοίμητα γυρεύουνται δεν πίνουν και δεν τρων.

Με γύρους με λυγίσματα κι η αχόρταγή τους γνώμη
κλώθει, πληθαίνει, στρίβει, απλώνει κρίκους στο κορμί
που κυβερνούν αμίλητοι του έναστρου θόλου οι νόμοι
και του αναδεύουν την πυρή κι ασίγαστη αφορμή.

Το δάσος στέκει ριγηλό της νύχτας αντιστύλι
κι είναι η σιγή τάσι αργυρό όπου πέφτουν οι στιγμές
αντίχτυποι ξεχωρισμένοι, ολόκληροι, μια σμίλη
προσεχτική που δέχουνται πελεκητές γραμμές...

Αυγάζει ξάφνου το άγαλμα. Μα τα κορμιά έχουν σβήσει
στη θάλασσα στον άνεμο στον ήλιο στη βροχή.
Έτσι γεννιούνται οι ομορφιές που μας χαρίζει η φύση
μα ποιος να ξέρει αν πέθανε στον κόσμο μια ψυχή.

Στη φαντασία θα γύριζαν τα χωρισμένα φίδια
(Το δάσος λάμπει με πουλιά βλαστούς και ροδαμούς)
μένουν ακόμη τα σγουρά γυρέματά τους, ίδια
του κύκλου τα γυρίσματα που φέρνουν τους καημούς.

-Γιώργος Σεφέρης-

Friday, February 9, 2007

Ερωτικός λόγος - Γ΄

Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα!
Πρόβαλε ανάστημα άγρυπνο στο πλήθος της σιωπής
σήκωσε το κεφάλι από τα χέρια τα καμπύλα
το θέλημά σου να γενεί και να μου ξαναπείς

τα λόγια που άγγιζαν και σμίγαν το αίμα σαν αγκάλη·
κι ας γείρει ο πόθος σου βαθύς σαν ίσκιος καρυδιάς
και να μας πλημμυράει με των μαλλιών σου τη σπατάλη
από το χνούδι του φιλιού στα φύλλα της καρδιάς.

Χαμήλωναν τα μάτια σου κι είχες το χαμογέλιο
που ανιστορούσαν ταπεινά ζωγράφοι αλλοτινοί.
Λησμονημένο ανάγνωσμα σ’ ένα παλιό ευαγγέλιο
το μίλημά σου ανάσαινε κι η ανάλαφρη φωνή:

«Είναι το πέρασμα του χρόνου σιγαλό κι απόκοσμο
κι ο πόνος απαλά μες στην ψυχή μου λάμνει
χαράζει η αυγή τον ουρανό, τ’ όνειρο μένει απόντιστο
κι είναι σα να διαβαίνουν μυρωμένοι θάμνοι.

»Με του ματιού τ’ αλάφιασμα, με του κορμιού το ρόδισμα
ξυπνούν και κατεβαίνουν σμάρι περιστέρια
με περιπλέκει χαμηλό το κυκλωτό φτερούγισμα
ανθρώπινο άγγιγμα στον κόρφο μου τ’ αστέρια.

»Την ακοή μου ως να ’σμιξε κοχύλι βουίζει ο αντίδικος
μακρινός κι αξεδιάλυτος του κόσμου ο θρήνος
μα είναι στιγμές και σβήνουνται και βασιλεύει δίκλωνος
ο λογισμός του πόθου μου, μόνος εκείνος.

»Λες κι είχα αναστηθεί γυμνή σε μια παρμένη θύμηση
σαν ήρθες γνώριμος και ξένος, ακριβέ μου
να μου χαρίσεις γέρνοντας την απέραντη λύτρωση
που γύρευα από τα γοργά σείστρα του ανέμου...»

Το ραγισμένο ηλιόγερμα λιγόστεψε κι εχάθη
κι έμοιαζε πλάνη να ζητάς τα δώρα τ’ ουρανού.
Χαμήλωσαν τα μάτια σου. Του φεγγαριού τ’ αγκάθι
βλάστησε και φοβήθηκες τους ίσκιους του βουνού.

...Μες στον καθρέφτη η αγάπη μας, πως πάει και λιγοστεύει
μέσα στον ύπνο τα όνειρα, σκολειό της λησμονιάς
μέσα στα βάθη του καιρού, πως η καρδιά στενεύει
και χάνεται στο λίκνισμα μιας ξένης αγκαλιάς...


-Γιώργος Σεφέρης-

Monday, February 5, 2007

Ερωτικός λόγος - Β΄

Τα μυστικά της θάλασσας ξεχνιούνται στ’ ακρογιάλια
η σκοτεινάγρα του βυθού ξεχνιέται στον αφρό·
λάμπουνε ξάφνου πορφυρά της μνήμης τα κοράλλια...
Ω μην ταράξεις... πρόσεξε ν’ ακούσεις τ’ αλαφρό

ξεκίνημά της... τ’ άγγιξες το δέντρο με τα μήλα
το χέρι απλώθη κι η κλωστή δείχνει και σε οδηγεί...
Ω σκοτεινό ανατρίχιασμα στη ρίζα και στα φύλλα
να ’σουν εσύ που θα ’φερνες την ξεχασμένη αυγή!

Στον κάμπο του αποχωρισμού να ξανανθίζουν κρίνα
μέρες ν’ ανοίγουνται ώριμες, οι αγκάλες του ουρανού,
να φέγγουν στο αντηλάρισμα τα μάτια μόνο εκείνα
αγνή η ψυχή να γράφεται σαν το τραγούδι αυλού...

Η νύχτα να ’ταν που έκλεισε τα μάτια; Μένει αθάλη,
σαν από δοξαριού νευρά μένει πνιχτό βουητό,
μια στάχτη κι ένας ίλιγγος στο μαύρο γυρογιάλι
κι ένα πυκνό φτερούγισμα στην εικασία κλειστό.

Ρόδο του ανέμου, γνώριζες μα ανέγνωρους μας πήρες
την ώρα που θεμέλιωνε γιοφύρια ο λογισμός
να πλέξουνε τα δάχτυλα και να διαβούν δυο μοίρες
και να χυθούν στο χαμηλό κι αναπαμένο φως.

-Γιώργος Σεφέρης-

Thursday, February 1, 2007

Ερωτικός λόγος - Α΄

Ρόδο της μοίρας, γύρευες να βρεις να μας πληγώσεις
μα έσκυβες σαν το μυστικό που πάει να λυτρωθεί
κι ήταν ωραίο το πρόσταγμα που δέχτηκες να δώσεις
κι ήταν το χαμογέλιο σου σαν έτοιμο σπαθί.

Του κύκλου σου το ανέβασμα ζωντάνευε τη χτίση
από τ’ αγκάθι σου έφευγε του δρόμου ο στοχασμός
η ορμή μας γλυκοχάραζε γυμνή να σ’ αποχτήσει
ο κόσμος ήταν εύκολος· ένας απλός παλμός.

-Γιώργος Σεφέρης-

Sunday, January 28, 2007

Ξάπλωσε ήσυχα, κοιμήσου ήρεμα

Ξάπλωσε ήσυχα, κοιμήσου ήρεμα, βασανισμένε με την πληγή
στο λαρύγγι, που φλέγεσαι και στριφογυρνάς. Οληνυχτίς πλέοντας
στη σιωπηλή θάλασσα ακούσαμε τον ήχο
της πληγής τυλιγμένο στην άλμη.

Κάτω απ' την αλαργινή σελήνη τρέμαμε ακούοντας
τη θάλασσα ν' αναβλύζει όπως το αίμα απ' την εκκωφαντική πληγή
κι όταν η άλμη ξέσπασε σε θύελλα τραγουδιών
οι φωνές των πνιγμένων πλημμύρισαν τον άνεμο.

Άνοιξε δρόμο με την αργή θλιμμένη πλεύση,
ρίξε ορθάνοιχτες στον άνεμο τις πύλες της περιπλανώμενης λέμβου
το ταξίδι μου ν' αρχίσει για το τέλος της πληγής μου,
ακούσαμε τη θάλασσα να τραγουδά, είδαμε την άλμη να λέει.
Ξάπλωσε ήσυχα, κοιμήσου ήρεμα, κρύψε το στόμα στο λαρύγγι
αλλιώς υπάκουοι μες στους πνιγμένους θα καλπάσουμε μαζί.

-Ντύλαν Τόμας-
(μτφρ. Ανδρονίκη Μαστοράκη)

Wednesday, January 24, 2007

Mountain Dreamer’s Poem

It doesn’t interest me what you do for a living. I want to know
what you ache for, and if you dare to dream of meeting your
heart’s longing.

It doesn’t interest me how old you are. I want to know if you
will risk looking like a fool for love, for your dream, for the
adventure of being alive.

It doesn’t interest me what planets are squaring your moon.
I want to know if you have touched the center of your own
sorrow, if you have been opened by life’s betrayals or have
become shriveled and closed from fear of further pain!
I want to know if you can sit with pain, mine or your own,
without moving to hide it or fade it or fix it. I want to know
if you can be with joy, mine or your own; if you can dance
with wildness and let ecstasy fill you to the tips of your
fingers and toes without cautioning us to be careful, be realistic,
or to remember the limitations of being human.

It doesn’t interest me if the story you are telling me is true.
I want to know if you can disappoint another to be true to
yourself; if you can bear the accusation of betrayal and not
betray your own soul. I want to know if you can be faithful
and therefore trustworthy. I want to know if you can see
beauty even when it is not beautiful everyday, and if you
can source your life on the edge of the lake and shout to the
silver of the full moon.

It doesn’t interest me where you live or how much money
you have. I want to know if you can get up after a night of
grief and despair, weary and bruised to the bone, and do
what needs to be done for the children.

It doesn’t interest me who you know or how you came to be
here. I want to know if you will stand in the center of the fire
with me and not shrink back.

It doesn’t interest me where or what or with whom you have
studied. I want to know what sustains you from inside when
all else falls away. I want to know if you can be alone with
yourself and if you truly like the company you keep in the
empty moments.

-Oriah, Mountain Dreamer, Indian Elder-

Thursday, January 18, 2007

Εκ βαθέων

Είναι ένας αγρός θερισμένος, που πάνω του πέφτει μια μαύρη βροχή.
Είναι ένα σκούρο δέντρο, που στέκει ερημικό.
Είναι ένας άνεμος που σφυρίζει γύρω από άδειες καλύβες.
Πόσο θλιμμένο το βράδυ αυτό!

Στο κτήμα μπροστά
η ήρεμη ορφανή μαζεύει ακόμη αραιά στάχυα.
Στρογγυλά και χρυσά τα μάτια της πλανιούνται στο λυκόφως
κι η αγκαλιά της προσμένει τον ουράνιο μνηστήρα.

Στο γυρισμό
βρήκαν οι βοσκοί σαπισμένο
το γλυκό σώμα στην βάτο.

Είμαι ένας ίσκιος μακριά από σκοτεινά χωριά.
Τη σιωπή του Θεού
την ήπια από την πηγή του δάσους.

Στο μέτωπό μου κρύο μέταλλο κυλά.
Αράχνες ψάχνουν για την καρδιά μου.
Είναι ένα φως που σβήνει στο στόμα μου.

Τη νύχτα βρέθηκα σε μια πεδιάδα,
παγιδευμένος απ' τα συντρίμμια και τη σκόνη των άστρων.
Στις αγριοφουντουκιές
κρυστάλλινοι άγγελοι ήχησαν πάλι.

-Γκέοργκ Τρακλ-
(μτφρ. Μ. Παπαντωνόπουλος)

Friday, January 12, 2007

Απολογισμός

Τι μας περίσσεψε απ΄ το σκηνικό; Το κάθισμα και τ΄ άλλο κάθισμα, η απότομη στροφή του αέρα.

Ή, ας πούμε, ο μακαρίτης ήλιος με τα τζάμια του και τα πουλιά του.

Πως προχωρούμε και συγκατανεύουμε, ναι, θα συναντηθούμε κάποτε, θα σε θυμάμαι.

Ο,τι μετακινείται, ό,τι περνάει δίχως ν΄ ακούγεται, μόλις ακούγεται μέσα στις λέξεις.

Μεταστροφές, επαναλήψεις, χάσματα, η παραίτηση, προπάντων η παραίτηση.

Εκείνο που έφυγε δίχως να φύγει, ο τοίχος ανασαίνει, η πέτρα έχει σκιά, τ΄ αγκάθι έχει φεγγάρι,

ο φτωχός θησαυρός απροστάτευτος απ΄ τα δόντια του δάσους,

η μικρή ξεχασμένη κοιλάδα στη σκάφη της σιωπής, με μια στάλα μαύρο νερό.

Τι νομίζεις λοιπόν πως μας έχει απομείνει;

-Τάκης Σινόπουλος-

Thursday, January 11, 2007

ARS POETICA

Πρόσβλεψα πάντα σ’ ένα σχήμα πιο άνετο,
ελεύθερο από τις απαιτήσεις της ποίησης ή της πρόζας,
που θα μας βοηθούσε να καταλάβουμε ο ένας τον άλλον δίχως να εκθέτει
τον ποιητή ή τον αναγνώστη σε υπέρτατες αγωνίες.

Στην ίδια τη φύση της ποίησης υπάρχει κάτι το άπρεπο:
κάτι που προβάλλει και δεν γνωρίζαμε πως είχαμε εντός μας,
γι’ αυτό κλείνουμε τα μάτια, σαν να ‘χει ορμήσει μια τίγρης
εμπρός μας, στο φως μας, χτυπώντας την ουρά της.

Δίκαια, γι’ αυτό, λένε πως την ποίηση υπαγορεύει ένα δαιμόνιο
αν και είναι υπερβολή να ισχυρίζεται κανείς πως πρέπει να ‘ναι άγγελος.
Είναι δύσκολο να μαντέψουμε πούθε πηγάζει η περηφάνια των ποιητών,
αφού τόσο συχνά ντροπιάζονται από την αποκάλυψη της αδυναμίας τους.

Ποιος άνθρωπος στα λογικά του θέλει να είναι κατοικία δαιμόνων,
που φέρονται σαν να βρίσκονται σπίτι τους, μιλούν γλώσσες πολλές,
και ανικανοποίητοι που κλέβουν μονάχα τα χείλη ή το χέρι του,
προσπαθούν ν’ αλλάξουν και τη μοίρα του για τη δική τους βολή;

-Τσέσλαβ Μίλος-
(μτφρ. Μαρλένα Γεωργιάδη)

Wednesday, January 10, 2007

[Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη]

Γυναίκα όρθια εξαντλημένη μαδημένη
οι μαύρες γάμπες της σαν να πενθούν τη νιότη τους
ακουμπά την κυρτωμένη ράχη της στον εχθρικό τοίχο
Ράχη κυρτωμένη απ’ των ανδρών τα όνειρα
Δεν βλέπει πως η αυγή επιτέλους ήρθε
Τόσο ήταν η νύχτα της ατελείωτη

Στις σκοτεινές της απελπισιάς σπηλιές
μονάχη γυροφέρνω
μονάχη γεύομαι κρέατα μιαρά
μοναχή πεθαίνω μονάχη μου επιζώ
δίχως αυτιά τα ουρλιαχτά των σφάγιων
να μην ακούω
Από λέξεις άδειο το στόμα μου γογγύζει
Είμαι ο έρωτας όταν τον έπλασε ο θεός
Είμαι εγώ
Είμαι ο εχθρός

-Joyce Mansour-
(μτφρ. Έκτωρ Κακναβάτος)